
Το περιβάλλον είναι το μεγάλο θύμα της οικονομικής ανάπτυξης. Πώς οι πλούσιοι σπαταλούν τον παγκόσμιο πλούτο αλλά και μεγάλο τμήμα από τα εισοδήματα του μέλλοντος
Η ερευνητική δημοσιογραφία μάς έχει δώσει τα τελευταία χρόνια τεκμήρια που πιστοποιούν πως το επάγγελμα, σε αντίθεση με τις μεμψιμοιρίες, εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο. Ουδέποτε άλλοτε τόσοι δημοσιογράφοι έγραφαν τόσα βιβλία για θέματα αιχμής. Και ουδέποτε άλλοτε η κοινωνία των πληροφοριών εκφραζόταν σε τέτοιο ευρύ φάσμα που να καλύπτει σχεδόν όλα τα θέματα του επιστητού. Το βιβλίο του Ερβέ Κεμπφ, δημοσιογράφου του Monde, Πώς οι πλούσιοι καταστρέφουν τον πλανήτη είναι ένα έξοχο δείγμα ερευνητικής δημοσιογραφίας που συνδυάζεται με την επιστημονική τεκμηρίωση. Πρόκειται για ένα σχετικά σύντομο, πυκνό αλλά και ευκολοδιάβαστο βιβλίο, βασισμένο στα ντοκουμέντα στα οποία ανατρέχει ο συγγραφέας του σε συνδυασμό με τις προσωπικές του εμπειρίες. Και θίγει ένα παγκόσμιο ζήτημα: του κινδύνου της οικολογικής καταστροφής, από πολιτικής σκοπιάς, αναζητώντας ευθύνες και υπευθύνους εκεί όπου πρέπει να αναζητηθούν, δηλαδή στην πηγή, με άλλα λόγια στην περιοχή άσκησης της εξουσίας που στην εποχή της παγκοσμιοποίησης ορίζεται όχι τόσο από τις κυβερνήσεις όσο από την κατά τον παλαιομαρξιστικό αλλά ακριβή πάντοτε όρο «διεθνής πλουτοκρατία».
Το σκεπτικό του Κεμπφ βασίζεται στις μεγάλες αλλαγές που έλαβαν χώρα στην παγκόσμια σκηνή την τελευταία εικοσαετία. Η κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» δημιούργησε την αίσθηση στους νικητές ότι πλέον μπορούσαν να διαχειριστούν τον πλανήτη κατά το δοκούν και πως η ανάπτυξη, ή η δημιουργία πλούτου, ήταν το μόνο ζήτημα που θα έπρεπε να μας απασχολεί.
Η ανάπτυξη πήρε ξέφρενους ρυθμούς εις βάρος του περιβάλλοντος και η οικολογική καταστροφή υπήρξε το κόστος για την επίτευξή της. Ετσι αναπόφευκτα οι πλούσιοι έγιναν πιο πλούσιοι και οι φτωχοί φτωχότεροι, αφού στον πυρήνα της ανάπτυξης αυτής βρίσκεται η ανισοκατανομή του εισοδήματος. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια παγκόσμια ολιγαρχία, «τυφλή», όπως την αποκαλεί ο συγγραφέας, όπου αυτός που πλουτίζει όχι μόνον αδιαφορεί που κάποιοι φτωχαίνουν, αλλά δαπανά τον πλούτο απομονωμένος από την κοινωνία της φτώχειας, δηλαδή οχυρωμένος στον πύργο του χρήματος, κατ' επέκταση έξω από την κοινωνία των πολιτών. Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τον τίτλο ενός υποκεφαλαίου του βιβλίου, «ο καπιταλισμός δεν έχει πλέον ανάγκη τη δημοκρατία».
Η παγκόσμια οικονομική ολιγαρχία, επικεφαλής της οποίας βρίσκονται οι αμερικανοί κροίσοι, είναι η νέα νομενκλατούρα, που σπαταλά όχι απλώς τον παγκόσμιο πλούτο του σήμερα αλλά και μεγάλα τμήματα των εισοδημάτων του μέλλοντος, του κληροδοτήματος δηλαδή που θα έπρεπε δικαιωματικά να ανήκει στις ερχόμενες γενιές. Αυτή η «παγκόσμια σέκτα των λαίμαργων αδηφάγων» δεν έχει πατρίδα. Διαθέτει όμως τη δύναμη να πιέζει και συχνά να εκβιάζει τις κυβερνήσεις - για να μη μιλήσουμε για τις τοπικές κοινωνίες που το πολιτισμικό και κοινωνικό τους παρόν σαρώνεται κι εξαφανίζεται.
«Χωρίς δικαιοσύνη τι είναι τα βασίλεια, αν όχι τεράστια λησταρχεία;» αναρωτιόταν πριν από αρκετούς αιώνες ο ιερός Αυγουστίνος. Τα βασίλεια της εποχής του λόγιου αγίου των Δυτικών έχουν αντικατασταθεί σήμερα από μια κάστα προνομιούχων που το μόνο της μέλημα είναι η αύξηση και η μεταβίβαση των προνομίων της στους κληρονόμους της.
Η παγκοσμιοποίηση της φτώχειας
Ο Κεμπφ χρησιμοποιεί ευρηματικά έναν νέο όρο για να ορίσει την παγκοσμιοποίηση: την ονομάζει παγκοσμιοποίηση της φτώχειας. Η πολιτισμική και κοινωνική διαστροφή επί του προκειμένου έγκειται στο γεγονός ότι αρχίζει πλέον να θεωρείται δεδομένο ότι η αύξηση του πλούτου μπορεί να συνοδεύεται από αύξηση της φτώχειας, και αυτό να μη σημαίνει τίποτε. Για να πλουτίσει κάποιος, πρέπει κάποιοι άλλοι να φτωχύνουν. Ωστε λοιπόν για να επιτύχει κανείς στο ατομικό επίπεδο θα χρειαστεί να πεθάνει το ομαδικό πνεύμα. Τι σημαίνει αυτό για τον πλανήτη; Πολύ απλά, ότι από σπίτι μας τον έχουμε καταντήσει ένα υπερπροϊόν, ένα τερατώδες αναλώσιμο που θα αποτελέσει το μεγάλο αντικείμενο της επιθυμίας της καταστροφής. Η επιθυμία της καταστροφής βέβαια εμπεριέχει το στοιχείο της βίας ή, όπως έλεγε ο Ζαν Μποντριγιάρ, η βία βρίσκεται στο επίκεντρο της διαδικασίας στην οποία στηρίζεται η κοινωνία της κατανάλωσης γιατί «η χρήση αντικειμένων δεν οδηγεί παρά στην αργή τους εξαφάνιση. Η αξία τους γίνεται πολύ μεγαλύτερη όταν αυτά εξαφανίζονται».
Τι θα πρέπει λοιπόν να γίνει; Στο τελευταίο υποκεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο Η ολιγαρχία ο Κεμπφ ζητεί από τους αναγνώστες του να είναι αισιόδοξοι. Υπάρχουν τρεις κύριες δυνάμεις για να αντισταθούμε, λέει, στη νέα ολιγαρχία. Πρώτα, η κοινωνία των πολιτών, η μόνη η οποία μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ισχύ του συστήματος και να μειώσει τη δύναμη των μηχανισμών καταστολής. Επειτα, η δύναμη των δημοσιογράφων και η ανάπτυξη του Διαδικτύου που δυναμώνει τη φωνή της κοινωνίας των πολιτών και, τρίτη, η ανασυγκρότηση της Αριστεράς η οποία δεν μπορεί να επιζήσει αν δεν συνδέσει τα αίτια των οικονομικών ανισοτήτων με τα οικολογικά προβλήματα. Οσον αφορά αυτό το τελευταίο βέβαια η Αριστερά προσπαθεί να συγκροτήσει έναν νέο πολιτικό λόγο, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής ο λόγος της να ακούγεται πειστικός. Ο συγγραφέας δεν επεκτείνεται ως προς το παραπάνω ζήτημα. Μία από τις αιτίες αυτής της ανεπάρκειας είναι ασφαλώς το γεγονός ότι ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές του 20ού αιώνα, όπως στην περιοχή γύρω από τη θάλασσα της Βαλτικής και στο Δέλτα του Δούναβη, προκλήθηκαν από τα καθεστώτα του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού.
Θα είχε κανείς κάθε λόγο να εκφράσει τις ενστάσεις του για κάποια από τα συμπεράσματα του Κεμπφ, όπως λ.χ. το ότι θεωρεί θετική αντίδραση την «απόρριψη από τους ευρωπαϊκούς λαούς του καπιταλιστικού σχεδίου του Ευρωσυντάγματος το 2005». Πέραν ωστόσο του τι χαρακτήρα είχε το Ευρωσύνταγμα, υπάρχει και ένα ζήτημα πολύ κρίσιμο για την υπόθεση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: η ανυπαρξία ή, σωστότερα, η αποτυχία να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ενωση Σύνταγμα δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ήττα της Ευρώπης. Αλλά βέβαια κανείς δεν διαφωνεί με τη διαπίστωσή του ότι στη μάχη για τη σωτηρία του πλανήτη η διατήρηση της Συνθήκης του Κιότο παρά την απουσία των ΗΠΑ είναι μια μεγάλη επιτυχία - έστω και ημιτελής, όπως λέει.
Το ΒΗΜΑ, 15/06/2008 , Σελ.: S04,Κωδικός άρθρου: B15385S041,ID: 295196