Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Η χαρά της Καταστροφής


Το περιβάλλον είναι το μεγάλο θύμα της οικονομικής ανάπτυξης. Πώς οι πλούσιοι σπαταλούν τον παγκόσμιο πλούτο αλλά και μεγάλο τμήμα από τα εισοδήματα του μέλλοντος

Η ερευνητική δημοσιογραφία μάς έχει δώσει τα τελευταία χρόνια τεκμήρια που πιστοποιούν πως το επάγγελμα, σε αντίθεση με τις μεμψιμοιρίες, εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο. Ουδέποτε άλλοτε τόσοι δημοσιογράφοι έγραφαν τόσα βιβλία για θέματα αιχμής. Και ουδέποτε άλλοτε η κοινωνία των πληροφοριών εκφραζόταν σε τέτοιο ευρύ φάσμα που να καλύπτει σχεδόν όλα τα θέματα του επιστητού.

Το βιβλίο του Ερβέ Κεμπφ, δημοσιογράφου του Monde, Πώς οι πλούσιοι καταστρέφουν τον πλανήτη είναι ένα έξοχο δείγμα ερευνητικής δημοσιογραφίας που συνδυάζεται με την επιστημονική τεκμηρίωση. Πρόκειται για ένα σχετικά σύντομο, πυκνό αλλά και ευκολοδιάβαστο βιβλίο, βασισμένο στα ντοκουμέντα στα οποία ανατρέχει ο συγγραφέας του σε συνδυασμό με τις προσωπικές του εμπειρίες. Και θίγει ένα παγκόσμιο ζήτημα: του κινδύνου της οικολογικής καταστροφής, από πολιτικής σκοπιάς, αναζητώντας ευθύνες και υπευθύνους εκεί όπου πρέπει να αναζητηθούν, δηλαδή στην πηγή, με άλλα λόγια στην περιοχή άσκησης της εξουσίας που στην εποχή της παγκοσμιοποίησης ορίζεται όχι τόσο από τις κυβερνήσεις όσο από την κατά τον παλαιομαρξιστικό αλλά ακριβή πάντοτε όρο «διεθνής πλουτοκρατία».


Το σκεπτικό του Κεμπφ βασίζεται στις μεγάλες αλλαγές που έλαβαν χώρα στην παγκόσμια σκηνή την τελευταία εικοσαετία. Η κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» δημιούργησε την αίσθηση στους νικητές ότι πλέον μπορούσαν να διαχειριστούν τον πλανήτη κατά το δοκούν και πως η ανάπτυξη, ή η δημιουργία πλούτου, ήταν το μόνο ζήτημα που θα έπρεπε να μας απασχολεί.

Η ανάπτυξη πήρε ξέφρενους ρυθμούς εις βάρος του περιβάλλοντος και η οικολογική καταστροφή υπήρξε το κόστος για την επίτευξή της. Ετσι αναπόφευκτα οι πλούσιοι έγιναν πιο πλούσιοι και οι φτωχοί φτωχότεροι, αφού στον πυρήνα της ανάπτυξης αυτής βρίσκεται η ανισοκατανομή του εισοδήματος. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια παγκόσμια ολιγαρχία, «τυφλή», όπως την αποκαλεί ο συγγραφέας, όπου αυτός που πλουτίζει όχι μόνον αδιαφορεί που κάποιοι φτωχαίνουν, αλλά δαπανά τον πλούτο απομονωμένος από την κοινωνία της φτώχειας, δηλαδή οχυρωμένος στον πύργο του χρήματος, κατ' επέκταση έξω από την κοινωνία των πολιτών. Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τον τίτλο ενός υποκεφαλαίου του βιβλίου, «ο καπιταλισμός δεν έχει πλέον ανάγκη τη δημοκρατία».

Η παγκόσμια οικονομική ολιγαρχία, επικεφαλής της οποίας βρίσκονται οι αμερικανοί κροίσοι, είναι η νέα νομενκλατούρα, που σπαταλά όχι απλώς τον παγκόσμιο πλούτο του σήμερα αλλά και μεγάλα τμήματα των εισοδημάτων του μέλλοντος, του κληροδοτήματος δηλαδή που θα έπρεπε δικαιωματικά να ανήκει στις ερχόμενες γενιές. Αυτή η «παγκόσμια σέκτα των λαίμαργων αδηφάγων» δεν έχει πατρίδα. Διαθέτει όμως τη δύναμη να πιέζει και συχνά να εκβιάζει τις κυβερνήσεις - για να μη μιλήσουμε για τις τοπικές κοινωνίες που το πολιτισμικό και κοινωνικό τους παρόν σαρώνεται κι εξαφανίζεται.

«Χωρίς δικαιοσύνη τι είναι τα βασίλεια, αν όχι τεράστια λησταρχεία;» αναρωτιόταν πριν από αρκετούς αιώνες ο ιερός Αυγουστίνος. Τα βασίλεια της εποχής του λόγιου αγίου των Δυτικών έχουν αντικατασταθεί σήμερα από μια κάστα προνομιούχων που το μόνο της μέλημα είναι η αύξηση και η μεταβίβαση των προνομίων της στους κληρονόμους της.

Η παγκοσμιοποίηση της φτώχειας

Ο Κεμπφ χρησιμοποιεί ευρηματικά έναν νέο όρο για να ορίσει την παγκοσμιοποίηση: την ονομάζει παγκοσμιοποίηση της φτώχειας. Η πολιτισμική και κοινωνική διαστροφή επί του προκειμένου έγκειται στο γεγονός ότι αρχίζει πλέον να θεωρείται δεδομένο ότι η αύξηση του πλούτου μπορεί να συνοδεύεται από αύξηση της φτώχειας, και αυτό να μη σημαίνει τίποτε. Για να πλουτίσει κάποιος, πρέπει κάποιοι άλλοι να φτωχύνουν. Ωστε λοιπόν για να επιτύχει κανείς στο ατομικό επίπεδο θα χρειαστεί να πεθάνει το ομαδικό πνεύμα. Τι σημαίνει αυτό για τον πλανήτη; Πολύ απλά, ότι από σπίτι μας τον έχουμε καταντήσει ένα υπερπροϊόν, ένα τερατώδες αναλώσιμο που θα αποτελέσει το μεγάλο αντικείμενο της επιθυμίας της καταστροφής. Η επιθυμία της καταστροφής βέβαια εμπεριέχει το στοιχείο της βίας ή, όπως έλεγε ο Ζαν Μποντριγιάρ, η βία βρίσκεται στο επίκεντρο της διαδικασίας στην οποία στηρίζεται η κοινωνία της κατανάλωσης γιατί «η χρήση αντικειμένων δεν οδηγεί παρά στην αργή τους εξαφάνιση. Η αξία τους γίνεται πολύ μεγαλύτερη όταν αυτά εξαφανίζονται».

Τι θα πρέπει λοιπόν να γίνει; Στο τελευταίο υποκεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο Η ολιγαρχία ο Κεμπφ ζητεί από τους αναγνώστες του να είναι αισιόδοξοι. Υπάρχουν τρεις κύριες δυνάμεις για να αντισταθούμε, λέει, στη νέα ολιγαρχία. Πρώτα, η κοινωνία των πολιτών, η μόνη η οποία μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ισχύ του συστήματος και να μειώσει τη δύναμη των μηχανισμών καταστολής. Επειτα, η δύναμη των δημοσιογράφων και η ανάπτυξη του Διαδικτύου που δυναμώνει τη φωνή της κοινωνίας των πολιτών και, τρίτη, η ανασυγκρότηση της Αριστεράς η οποία δεν μπορεί να επιζήσει αν δεν συνδέσει τα αίτια των οικονομικών ανισοτήτων με τα οικολογικά προβλήματα. Οσον αφορά αυτό το τελευταίο βέβαια η Αριστερά προσπαθεί να συγκροτήσει έναν νέο πολιτικό λόγο, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής ο λόγος της να ακούγεται πειστικός. Ο συγγραφέας δεν επεκτείνεται ως προς το παραπάνω ζήτημα. Μία από τις αιτίες αυτής της ανεπάρκειας είναι ασφαλώς το γεγονός ότι ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές του 20ού αιώνα, όπως στην περιοχή γύρω από τη θάλασσα της Βαλτικής και στο Δέλτα του Δούναβη, προκλήθηκαν από τα καθεστώτα του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού.

Θα είχε κανείς κάθε λόγο να εκφράσει τις ενστάσεις του για κάποια από τα συμπεράσματα του Κεμπφ, όπως λ.χ. το ότι θεωρεί θετική αντίδραση την «απόρριψη από τους ευρωπαϊκούς λαούς του καπιταλιστικού σχεδίου του Ευρωσυντάγματος το 2005». Πέραν ωστόσο του τι χαρακτήρα είχε το Ευρωσύνταγμα, υπάρχει και ένα ζήτημα πολύ κρίσιμο για την υπόθεση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: η ανυπαρξία ή, σωστότερα, η αποτυχία να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ενωση Σύνταγμα δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ήττα της Ευρώπης. Αλλά βέβαια κανείς δεν διαφωνεί με τη διαπίστωσή του ότι στη μάχη για τη σωτηρία του πλανήτη η διατήρηση της Συνθήκης του Κιότο παρά την απουσία των ΗΠΑ είναι μια μεγάλη επιτυχία - έστω και ημιτελής, όπως λέει.

Το ΒΗΜΑ, 15/06/2008 , Σελ.: S04,Κωδικός άρθρου: B15385S041,ID: 295196

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Brave New World

Ο Γενναίος νέος κόσμος του Αλντους Χάξλεϊ πρωτοκυκλοφόρησε το 1932 και εξακολουθεί να είναι το διασημότερο έργο του συγγραφέα. Εβδομήντα χρόνια μετά την έκδοσή του παραμένει το ένα από τα δύο κορυφαία δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα - το άλλο είναι το 1984 του Οργουελ. Το βιβλίο περιγράφει ένα παγκόσμιο κράτος όπου έχει επιτευχθεί η «ευτυχία» των μαζών με την εφαρμογή των επιστημονικών κατακτήσεων σε όλους τους τομείς της ζωής. Βασικά γνωρίσματα του παλαιού πολιτισμού, όπως η τέχνη, η λογοτεχνία και τα πνευματικά ιδεώδη, έχουν εξαφανισθεί. Η αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους δεν γίνεται με φυσικό τρόπο αλλά στα κρατικά εργαστήρια, με τη μέθοδο του κλωνισμού, και ανάλογα με την ποσότητα οξυγόνου που παρέχεται στα έμβρυα παράγονται πέντε τύποι ανθρώπων: οι Αλφα, οι Βήτα, οι Γάμμα, οι Δέλτα και οι Εψιλον. Δεδομένου λοιπόν ότι οι ικανότητες και η ευφυΐα προκαθορίζονται, ο καθένας κάνει τη δουλειά για την οποία είναι βιολογικά προορισμένος και έτσι οι αποτυχίες και οι διαψεύσεις ανήκουν στο παρελθόν.

Στο παρελθόν ανήκει ακόμη όχι μόνο η τέχνη αλλά και το θρησκευτικό αίσθημα. Το σεξ είναι ελεύθερο και μάλιστα η πολιτεία το προπαγανδίζει με το σύνθημα «οι πάντες ανήκουν στους πάντες», παρέχοντας επιπλέον και άλλες μορφές ηδονής: οι άνθρωποι παρακολουθούν κινηματογραφικές ταινίες που διεγείρουν τις αισθήσεις μέσω ηλεκτροδίων συνδεδεμένων στα καθίσματα. Οι πάντες παίρνουν ένα ναρκωτικό που αποκαλείται σόμα και τους δημιουργεί αισθήματα ηδονικής ευφορίας. Στην κοινωνία τούτη έχουν εξαλειφθεί οι αρρώστιες. Δεν υπάρχει πόνος, πείνα και δυστυχία. Αρχων αυτού του παγκόσμιου κράτους των νέων ηλιθίων είναι κάποιος Μουσταφά Μοντ. Ο δεύτερος κεντρικός ήρωας, όμως, ο Αγριος, ένα κατάλοιπο του σαιξπηρικού κόσμου, δεν αντέχει την κοινωνία των αυτομάτων και στο τέλος αυτοκτονεί. Το ανατριχιαστικό συμπέρασμα που προκύπτει από το βιβλίο του Χάξλεϊ, ενός πεσιμιστή και είρωνα συγγραφέα - εκ των κορυφαίων σατιρικών της δυτικής λογοτεχνίας -, είναι πως τα προβλήματα της κοινωνίας βεβαίως και μπορούν να επιλυθούν μια για πάντα, αλλά αυτό συνεπάγεται ότι θα αφαιρεθούν από τον άνθρωπο όλα τα γνωρίσματα που τον κάνουν να ξεχωρίζει από τα ζώα. Ετσι, αφού στη ρίζα της τέχνης βρίσκεται η δυστυχία, η κοινωνία των ευτυχισμένων αυτομάτων εξαφανίζει την τέχνη.

Ασφαλώς μέσα στον Γενναίο νέο κόσμο περιφέρεται το φάντασμα του Δαρβίνου. Μετά τα πειράματα ευγονικής που ακολούθησαν, τις εξελίξεις στον τομέα της γενετικής μηχανικής και τις πρόσφατες έρευνες στο DNA, το μυθιστόρημα αυτό συνιστά την πλέον αδυσώπητη κριτική της επιστήμης και των εφαρμογών της. Μείζονα ζητήματα που απασχολούν σήμερα την παγκόσμια κοινωνία, όπως λ.χ. ο υπερπληθυσμός ή η προστασία των οικοσυστημάτων, τέθηκαν προδρομικά και με ακρίβεια από τον Χάξλεϊ τη σκληρή δεκαετία του '30, κατά την οποία εν τούτοις η ελπίδα δεν είχε χαθεί. Στη μελλοντική ισοπεδωτική κοινωνία του Χάξλεϊ απουσιάζει παντελώς η ηθική παρέμβαση και τούτη ήταν μια δραστική παρέμβαση στο παγκόσμιο μυθιστόρημα. Το πρόπλασμα της δυστοπίας του ο Χάξλεϊ το είδε κατά τη δεκαετία του '20 στις ΗΠΑ, ένιωσε απέχθεια για το μέλλον που εγκυμονούσε, και έτσι μας το περιέγραψε με βαθύτατο αίσθημα απελπισίας και εξοντωτικό σαρκασμό. Ο Γενναίος νέος κόσμος είναι ένα μανιχαϊκό βιβλίο, αφού πουθενά δεν αφήνεται έστω και η υποψία ότι μπορεί να γεφυρωθεί το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην κοινωνία του παγκόσμιου κυβερνήτη Μουσταφά Μοντ και στον κόσμο του Αγρίου. Το ανησυχητικό είναι ότι η σημερινή Δύση αρχίζει να μοιάζει όλο και περισσότερο με τη χαξλεϊκή δυστοπία.

Αλντους Χάξλεϊ, «Γενναίος νέος κόσμος»

http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=13531&m=S25&aa=2

Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

"Δος μοι τουτον τον ξενο.."

Ψυχροί αριθμοί: στην Ελλάδα κατέφυγαν πέρυσι- σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες- 25.113 κυνηγημένοι άνθρωποι, ζητώντας άσυλο. Ο αριθμός είναι διπλάσιος από τον αντίστοιχο του 2006 και σχετικά μεγάλος- αν σκεφτεί κανείς ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησαν άσυλο, τον ίδιο χρόνο, περίπου 28.000 άνθρωποι, στη Γερμανία λιγότεροι από 20.000 και στη μακρινή Σουηδία, που οι θάλασσές της δεν επικοινωνούν με τον κόσμο των απόκληρων της γης, αλλά έχει μακρά παράδοση ασύλου, οι αιτήσεις ήταν περίπου 36.000.
Ακόμη πιο ψυχροί αριθμοί: από τους 25.113
πρόσφυγες που κατέφυγαν πέρυσι στις ελληνικές αρχές (όταν το Λιμενικό δεν πρόλαβε να σπρώξει τις βάρκες τους πίσω στα τουρκικά παράλια ή όταν τα σαπάκια που τους κουβαλούν δεν πρόλαβαν να τους πνίξουν στα νερά του Αιγαίου) μόλις 8- οκτώ!- είδαν την αίτησή τους να γίνεται δεκτή και το άσυλο να τους απονέμεται. Άλλοι 138 προστέθηκαν στους τυχερούς, έπειτα από έφεση. Οι υπόλοιποι 24.967 καταδικάστηκαν να ζουν στον «ου-τόπο» της απόλυτης ανασφάλειας, εξαθλίωσης και διακινδύνευσης.
Η Ελλάδα δηλαδή ικανοποιεί μόλις το 0,04% των αιτήσεων για άσυλο πρωτοδίκως κι άλλο ένα 2% έπειτα από έφεση. Ποσοστό ντροπιαστικά μικρό, αν σκεφτεί κανείς ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο το αντίστοιχο ποσοστό είναι 58%, στη Σουηδία 70% και στη Γερμανία, τη μίζερη, στενόκαρδη όπως τη νομίζουμε Γερμανία, το 20% των αιτήσεων για άσυλο που υπεβλήθησαν το 2007 έγιναν αμέσως δεκτές και το 94% των υπολοίπων έγιναν δεκτές έπειτα από έφεση.
Του ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ
Κάτι σημαίνουν οι αριθμοί. Κάτι μαρτυρούν. Κι είναι το ίδιο που μαρτυρούν και άλλοι, ψυχρότατοι αριθμοί. Ο αριθμός 23- όσα και τα ευρώ που, στην καλύτερη περίπτωση, εισπράττουν μεροκάματο, μαζί με μια εξευτελιστική μεταχείριση, οι εργάτες στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας. Ή ο αριθμός 200.000- όσα τα παιδιά μεταναστών, που γεννήθηκαν σε ελληνικά μαιευτήρια, σπούδασαν σε ελληνικά σχολεία, αλλά δεν έχουν δικαίωμα να αποκτήσουν ελληνική ιθαγένεια.
Οι αριθμοί μαρτυρούν πως όσο πρόθυμα χύνουμε φιλάνθρωπα δάκρυα για τους πεινασμένους της γης όταν οι εικόνες της δυστυχίας μάς έρχονται από μακριά, τόσο σκληροί, σπαγγοραμένοι και μανταλοκλειδωμένοι φαινόμαστε όταν η δυστυχία αποβιβάζεται στις ακτές μας. Φιλάνθρωποι εξ αποστάσεως, μισάνθρωποι από κοντά.
Να κλαίμε για τους εξεγερμένους πεινασμένους του Τρίτου Κόσμου, αλλά να θεωρούμε αυτονόητο ότι στα χωράφια της Μανωλάδας (ή στην οικοδομή της άλλης γωνίας) η εθνική συλλογική σύμβαση δεν έχει εφαρμογή και η Επιθεώρηση Εργασίας δεν έχει αρμοδιότητα. Εξεγερμένοι με τους ισχυρούς της γης και την καταχθόνια παγκοσμιοποίηση, μα απρόθυμοι να σεβαστούμε τα δικαιώματα εκείνων που με τον ιδρώτα τους χρηματοδοτούν την ευημερία μας.
Τα μεγάλα οικουμενικά προβλήματα- της φτώχειας, της πείνας ή της μετανάστευσηςδεν είναι βέβαια πρωτίστως ηθικής τάξης προβλήματα. Είναι πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα.
Αν για παράδειγμα εκατό εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο λιμοκτονούν, αν μέσα σε επτά εβδομάδες η τιμή του ρυζιού πήγε από τα 460 στα 1.000 δολάρια τον τόνο, κι αν οι τιμές του καλαμποκιού και του σιταριού διπλασιάστηκαν πέρυσι, είναι επειδή οι διψασμένες για υπεραποδόσεις χρηματαγορές, μετά τη φούσκα του Ίντερνετ πρώτα, των ακινήτων και των δομημένων παραγώγων τους κατόπιν, έχουν τώρα στραφεί στα commodities, τζογάροντας με τα futures του ρυζιού και του καλαμποκιού, ετοιμάζοντας την τρίτη και χειρότερη χρηματιστηριακή φούσκα του καιρού μας, καταδικάζοντας στο μεταξύ τα 3 δισεκατομμύρια ανθρώπων που ζουν με λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα σε πείνα.
Είναι πολιτικά, όχι ηθικά, πρωτίστως τα προβλήματα. Μα αν δει κανείς τον αριθμό των ανθρώπων που μας ζητούν άσυλο και τους κλείνουμε την πόρτα, των παιδιών δίχως ιθαγένεια, των ξένων εργατών δίχως δικαιώματα, δεν μπορεί παρά να αναλογιστεί ότι υπάρχει εδώ κι ένα πρόβλημα ηθικής τάξης επίσης. Κι ότι το Μεγάλο Σάββατο όταν ο παπάς θα επαναλαμβάνει την υπέροχη, σπαρακτική έκκληση του Ιωσήφ της Αριμαθαίας προς τον Πιλάτο- «δος μοι τούτον το ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω... δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη»- θα πρέπει να κοκκινίζουμε από ντροπή το εκκλησίασμα...